Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Tα παιδικά χρόνια του Ριχάρδου στο Π.Φάληρο

Κάποτε στο Παλαιό Φάληρο...

Το σωτήριο έτος 1967 στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας ένας Ελληνας, ο Γιάννης Μυλωνάς, μαζί με τη Βραζιλιάνα σύζυγό του Ρουθ κρατούν περιχαρείς στα χέρια τους το δεύτερο αγόρι της ζωής τους, τον Δημήτρη-Ριχάρδο. Η πανέμορφη Ρουθ και ο κιμπάρης Γιάννης έχουν ακόμη έναν γιο, τον τρίχρονο τότε Τεό, καθώς και αρκετά χρήματα και την ικανότητα να μετατρέπουν σε χρυσό οποιαδήποτε επαγγελματική ενασχόληση έχουν. Λίγο διάστημα μετά τη γέννηση του Ριχάρδου, το ζευγάρι αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Βραζιλία και να μετακομίσει στην Ελλάδα.


Ο χαρισματικός έμπορος Γιάννης Μυλωνάς θέλει έναν πιο ήσυχο τόπο για τα παιδιά του, με την εκ φύσεως περιπετειώδη Ρουθ να του απαντά με ένα μεγάλο «ναι» και κάπως έτσι η τετραμελής οικογένεια προσγειώνεται στη χώρα μας. Το πρώτο τους σπίτι είναι μια υπέροχη μονοκατοικία επί της οδού Αφροδίτης στο Παλαιό Φάληρο. Εχουν έναν μεγάλο κήπο, τεράστιο σαλόνι, πολλά δωμάτια και δύο «εισαγόμενες» από τη Βραζιλία οικιακές βοηθούς. Ολα κυλούν ομαλά μέχρι τη μέρα που ο μικρός Ριχάρδος δεν μπορεί να αναπνεύσει.

Ο Γιάννης και η Ρουθ τρελαίνονται. Οι γιατροί αποφαίνονται ότι ο γιος τους πάσχει από άσθμα, συστήνοντάς τους να τον παρακολουθούν και να τον τρέχουν στο νοσοκομείο κάθε φορά που αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορεί να πάρει ανάσα. Από εκείνη τη στιγμή ο μικρός Ριχάρδος μετατρέπεται στη μεγάλη αδυναμία των γονιών του, όπως ακριβώς κάθε παιδί που η υγεία του χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Κάθε επιθυμία του γίνεται για εκείνους προσταγή, κάθε του προσταγή πραγματικότητα. Τα δύο αγόρια φοιτούν σε ένα από τα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία των Αθηνών, έχουν παιχνίδια που κανένα σχεδόν παιδί εκείνης της εποχής στην Ελλάδα δεν μπορούσε να φανταστεί, δασκάλους στο σπίτι και υπηρετικό προσωπικό να τους ακολουθεί σχεδόν παντού. Ο Τεό είναι ένα παιδί εξωστρεφές, σε αντίθεση με τον μικρό Ριχάρδο που μοιάζει απόμακρος, ντροπαλός και κλεισμένος στον εαυτό του. Ο αγαπημένος του ήρωας είναι ο Σκρουτζ, με τον ίδιο να μοιράζεται δύσκολα τα παιχνίδια του με φίλους και ακόμη δυσκολότερα να αποδέχεται ότι κάποιος άλλος μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα από εκείνον...

Κλειστός χαρακτήρας




Η Ρουθ καλύπτει τα δύο αγόρια και ειδικά τον λατρεμένο της Ριχάρδο με ένα πέπλο υπερπροστασίας, την ίδια στιγμή που ο άνδρας της ονειρεύεται πάλι το χρήμα και την επαγγελματική καταξίωση.

Στο πρώτο του επαγγελματικό εγχείρημα εν Ελλάδι αγοράζει οικοσκευές από την Αμερικάνικη Βάση και ό,τι αφήνουν πίσω τους τα αμερικανάκια που τραβούν τον δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα τους, και τα πουλά σε οικογένειες Ελλήνων με όνομα και χρήμα.

Βγάζει κι εκείνος χρήμα δημιουργώντας στο πέρασμα του χρόνου όνομα και περιουσία. Τα αγόρια, όσο μεγαλώνουν, φαίνεται να μην του μοιάζουν. Κανείς από τους δύο δεν ενδιαφέρεται για το εμπόριο, ειδικά ο Ριχάρδος που σπαταλά ώρες ολόκληρες κλεισμένος μέσα στο δωμάτιό του ζωγραφίζοντας σε τεράστια τελάρα θρησκευτικά θέματα. Οσο ο μικρός εξαντλεί τις ανησυχίες του πάνω σε πίνακες, τόσο η δουλειά του πατέρα του επεκτείνεται κατακτώντας μια θέση στον κόσμο του επίπλου. Ο Γιάννης Μυλωνάς ανοίγει αρχικά στην οδό Πρωτέως, στο Παλαιό Φάληρο, ένα κατάστημα με έπιπλα και την επωνυμία «Επιπλα Ρούτη» (σ.σ.: από το όνομα της συζύγου του Ρουθ), το οποίο στη συνέχεια επεκτείνει σε ένα τετραώροφο κτίριο επί της Ηλιουπόλεως. Οι δουλειές πηγαίνουν καλύτερα από ποτέ και το επίπεδο ζωής των Μυλωνάδων αναβαθμίζεται ακόμη περισσότερο.

Το όνειρο της Καλών Τεχνών



Η οικογένεια διαθέτει μόνιμη καμπάνα στα «Αστέρια», κυκλοφορεί με πράσινη Buick και ταξιδεύει σε ολόκληρο τον κόσμο. Οταν ο Ριχάρδος κλείνει τα 15 του χρόνια είναι ένα λεπτό αγόρι με μακριά μαλλιά που λατρεύει τη ροκ μουσική, απεχθάνεται τα μπουζούκια και την όποια μορφή επίδειξης, έχει λίγους φίλους και πολλές κατακτήσεις. Κάπου εκεί, οι γονείς του χωρίζουν. Η Ρουθ φεύγει για Βραζιλία, τα αγόρια μένουν στην Ελλάδα με τον πατέρα τους, με τον Ριχάρδο να δυσκολεύεται να αποδεχθεί τον χωρισμό και τα νέα δεδομένα της ζωής του.

Μοιάζει να χάνεται, για κάποιους φίλους απέχει μόλις λίγα χιλιοστά από την απόλυτη κατάρρευση...

Ο πατέρας του το καταλαβαίνει, βάζει σε δεύτερη μοίρα τη δουλειά του και αφοσιώνεται στο «αδύναμο» παιδί του περνώντας ατέλειωτες ώρες στο πλάι του. Μετακομίζουν στον 7ο όροφο μιας υπέροχης πολυκατοικίας στο Παλαιό Φαλήρο, ο «μικρός» θέλει να μπει στην Καλών Τεχνών, ο πατέρας του ωστόσο τον συμβουλεύει να ασχοληθεί με τον κόσμο του εμπορίου. Ο Ριχάρδος βάζει στην άκρη το μεγάλο του όνειρο και ξεκινά να εργάζεται σε ένα μεγάλο κατάστημα ρούχων επί της Αχιλλέως που του ανοίγει ο «δάσκαλος» πατέρας του. Οι δουλειές πηγαίνουν καλά, το ίδιο και ο ψυχολογικός κόσμος του Ριχάρδου που ανακτά την πολυπόθητη ισορροπία...

Ύστερα από λίγα χρόνια, το πολυκατάστημα ενδυμάτων δεν πηγαίνει έτσι όπως επιθυμούν πατέρας και γιος, οι οποίοι αποφασίζουν να βάλουν μπροστά ένα νέο επαγγελματικό στοίχημα, αυτή τη φορά σε κάποιον πάγκο στο Μοναστηράκι. Φέρνουν πετρώματα και απολιθώματα από τη Βραζιλία, ο κόσμος γοητεύεται από τα πρωτόγνωρα αυτά διακοσμητικά και η δουλειά τραβά ξανά την ανιούσα. Ο Ριχάρδος είναι πλέον έτοιμος να μείνει μόνος του. Επιλέγει μια τρίπατη μεζονέτα 250 τ.μ. στην περιοχή της Νέας Σμύρνης και εγκαινιάζει τα πρώτα του μαγαζιά με φο μπιζού και διακοσμητικά είδη σπιτιού στην Καραγεώργη Σερβίας.

πηγή:protothema.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου